FRACTAL
Digital Press · 14.04.2026 · Book Review by Zacharias Katsakos
Η «Αρχέγονη»: Κοσμογονία και φωνή πριν από την ταυτότητα

Η συλλογή «Αρχέγονη» της Νάνας Παπαδάκη (Μελάνι, 2023) συνιστά ένα συνεκτικό ποιητικό σύμπαν, όπου η γλώσσα, το σώμα και η σιωπή συντίθενται σε μια εμπειρία οντολογικού βάθους. Δεν πρόκειται για ποίηση θεματικής αναφοράς, αλλά για μια φωνή που επινοεί τον εαυτό της μέσα από την αποσύνθεση του νοήματος.
Η «Αρχέγονη» συγκροτείται ως ποιητική κοσμογονία, καθώς η συλλογή δεν περιγράφει έναν σταθερό κόσμο, αλλά παρακολουθεί και επιτελεί τη στιγμή της γένεσής του. Ο κόσμος, το υποκείμενο και η φωνή δεν προϋπάρχουν του λόγου, αλλά αναδύονται μέσα από αυτόν ως πρωταρχικά συμβάντα ύπαρξης. Το υποκείμενο προβάλλει μέσα από τον λόγο ως γλώσσα και σάρκα ταυτόχρονα. Τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως θραύσματα μιας εν εξελίξει γένεσης, όπου κάθε εκφορά δεν αποτυπώνει, αλλά ενεργοποιεί τον ίδιο τον κόσμο. Ήδη από την πρώτη σελίδα («Ο φαλλός του ήλιου / Είναι θεός, ζώο, αίμα. / Τη γεννά.») υποβάλλεται ένας μη ρεαλιστικός, αρχέγονος χώρος, συμβολικός και προσωποποιημένος, ένα πεδίο όπου όλα είναι ακόμη στη στιγμή της δημιουργίας τους, ένα επίπεδο πριν από τη συγκρότηση της ταυτότητας, της μορφής και της Ιστορίας.
Τα κυριότερα θεματικά πεδία γύρω από τα οποία συστρέφονται τα ποιήματα της συλλογής είναι το σώμα ως πεδίο λόγου, πόνου και γέννησης, η γλώσσα ως αυτοκατανάλωση («Η γλώσσα τρώει τον εαυτό της»), η σιωπή ως αρχέγονη μήτρα και μεταγλωσσική συνθήκη, ο χρόνος ως κυκλικό φαινόμενο («Έχει ήδη τελειώσει και τώρα ζούμε σαν να μην είμαστε»), το φύλο και η θηλυκότητα συγκροτούμενα από τον πόνο, τη γέννα και τον λώρο, τέλος η μνήμη μέσα από τις εικόνες γέννησης, του σπιτιού, της σάρκας και του φωτός. Η Παπαδάκη δεν «μιλά» ως σταθερό υποκείμενο. Αντίθετα, συμβαίνει μέσα στον λόγο («Συμβαίνω μες στον λόγο»), επιτελώντας μια αντιστροφή της φωνής, όπου το υποκείμενο δεν εμφανίζεται ως αφετηρία, αλλά συγκροτείται μέσα στο ποίημα. Η εκφορά δεν λειτουργεί ως εξομολόγηση ή επιβεβαίωση ταυτότητας, αλλά ως διαδικασία μετασχηματισμού, καθώς ο λόγος δεν εκφράζει έναν εαυτό, αλλά τον καθιστά ορατό και τον διαμορφώνει.
Η δομή της συλλογής ακολουθεί μια αριθμητική ακολουθία που ανακαλεί περισσότερο ένα είδος μυστικιστικής παλινωδίας παρά μια γραμμική ανάπτυξη. Τα ποιήματα, αν και αυτοτελή, δημιουργούν έναν σπειροειδή ρυθμό, ενώ κάθε σελίδα επιστρέφει στην προηγούμενη όχι ως επανάληψη, αλλά ως ανασύνθεση. Η ποίηση εδώ δεν μεταδίδει πληροφορία. Συντελείται ή ενεργείται.
Η ποιητική φωνή εγκαθιστά μια συνθήκη απουσίας που λειτουργεί ταυτόχρονα ως μεταγλωσσική απογύμνωση, π.χ. «Η ζωή δεν είχε βάρος. / Μόνον οι ήχοι είχαν περίγραμμα. / Το νόημα ήταν». Η ύπαρξη αποστερείται από υλικότητα, ενώ το ίδιο το νόημα δηλώνεται χωρίς συμπλήρωμα, χωρίς κατηγορούμενο, αφήνοντας τη φράση ανοιχτή. Πρόκειται για μια στιγμή όπου η γλώσσα δεν ερμηνεύει τον κόσμο, αλλά αναδεικνύει τα όριά της. Η λέξη δεν εγγυάται ένα σταθερό περιεχόμενο, αλλά λειτουργεί ως αποτύπωμα που διατηρεί το κενό ενεργό. Η σιωπή, επομένως, δεν είναι έλλειψη νοήματος, αλλά ο τόπος της προγενέστερης άρθρωσής του. Η Παπαδάκη εντάσσεται έτσι σε μια γραμμή από την Κική Δημουλά έως την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και τη Χλόη Κουτσουμπέλη, όπου η σιωπή δεν ακυρώνει τον λόγο, αλλά τον απογυμνώνει από βεβαιότητες και τον επανιδρύει, θεμελιώνοντας έναν χώρο όπου το νόημα παραμένει ανοιχτό, εκτεθειμένο και μη οριστικοποιημένο.
Το ποιητικό υποκείμενο στην «Αρχέγονη» δεν είναι πρόσωπο, αλλά τόπος μετάβασης από την προ-γλωσσική ύπαρξη στην ενεργοποίηση του εαυτού μέσα στον λόγο. Δεν εμφανίζεται ως σταθερή ταυτότητα, αλλά ως διαδικασία που λαμβάνει χώρα εντός της εκφοράς. Δεν παρατηρεί, αλλά ενσαρκώνει. Έτσι, η υποκειμενικότητα δεν περιγράφεται, αλλά «τελετουργείται» μέσω του σώματος, της γλώσσας και της θραυσματικής εμπειρίας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το ποιητικό «εγώ» προβάλλει ως διχασμένη παρουσία, γεννά και γεννιέται, βλέπει και ταυτίζεται με το φως, υπάρχει μέσα στα ίδια του τα όρια και ταυτόχρονα τα διαλύει. Αυτή η διαρκής αυτοαναίρεση διαμορφώνει το βαθύτερο υπαρξιακό σχήμα της συλλογής. Πρόκειται για ρηματική φωνή, μία γλώσσα σε κίνηση.
Στην «Αρχέγονη», η Παπαδάκη εγκαθιστά το σώμα στο κέντρο του ποιητικού της σύμπαντος. Δεν πρόκειται για σώμα ως αντικείμενο αναπαράστασης, αλλά για σώμα ως τόπο όπου το νόημα αποκτά υλικότητα. Η σωματικότητα αποτελεί το πεδίο μέσα από το οποίο αναδύονται η σκέψη, η φωνή, ο εαυτός και η ύπαρξη. Δεν αποτελεί μεταφορική προβολή ενός εσωτερικού βιώματος, αλλά τον ίδιο τον χώρο όπου το νόημα παράγεται. Η μορφή της γυναίκας λειτουργεί ως σπαραγμένη μήτρα και διαθλασμένη φωνή, άλλοτε ζώο, άλλοτε σπλάχνο, άλλοτε απρόσωπη θεότητα. Στο ποίημα Θ΄, το υποκείμενο μετατρέπεται σε σκύλο, σε ύλη, σε λώρο, σε φωτεινό σάβανο. Αυτή η συνεχής σωματοποίηση του λόγου θεμελιώνει έναν διαφορετικό λυρισμό που βρίσκεται πιο κοντά στην επιτέλεση (performance) παρά στη συναισθηματική εξομολόγηση.
Ο χρόνος στη συλλογή δεν σταθεροποιείται σε ιστορία ή αφήγηση, αλλά λειτουργεί ως κοσμολογική ροή, ένα διαρκές παρόν που αναδιπλώνεται. Δεν οργανώνει γεγονότα, αλλά συνιστά συνθήκη ύπαρξης. Στο ποίημα ΚΣΤ΄ («Έχει ήδη τελειώσει και αρχίζει την ίδια στιγμή») αποτυπώνεται αυτή η ταυτόχρονη λήξη και εκκίνηση, όπου ο χρόνος δεν κινείται ευθύγραμμα, αλλά ανασχηματίζεται μέσα στη μνήμη, την επιθυμία και την απουσία. Το φως, ο ήλιος, το δέντρο, ο λώρος και η σάρκα δεν λειτουργούν ως μοτίβα, αλλά ως σήματα ενός κοσμικού συντονισμού που ενεργοποιεί η ποίηση. Το υποκείμενο δεν γράφει τον κόσμο, συγχρονίζεται με τον ρυθμό του.
Η «Αρχέγονη» δεν είναι εύκολα προσπελάσιμη. Η Παπαδάκη αποφεύγει την εξήγηση και την αιτιολόγηση και δεν επιχειρεί σύνθεση. Αντιθέτως, αφήνει τις λέξεις να σπαράζουν μέσα σε σιωπές, να φτάνουν στα όρια του αφασικού και να αποσυνδέονται από κάθε ρητορική λειτουργία. Δεν επιδιώκει τη διαφάνεια, αλλά διατυπώνει τις ποιητικές της κρίσεις μέσα από την αδιαφάνεια. Η γραφή της, όπως στον Maurice Blanchot, αναδύεται εκεί όπου η γλώσσα φτάνει στο όριό της απέναντι στο ανείπωτο, ενώ ταυτόχρονα, όπως στον Édouard Glissant, διεκδικεί το δικαίωμα να μην εξαντλείται στη διαφάνεια της κατανόησης, το δικαίωμα του υποκειμένου να υπάρχει χωρίς να καθίσταται πλήρως αναγνώσιμο. Το ποίημα δεν προσφέρει έναν πυρήνα προς αποκάλυψη, αλλά εγκαθιστά ένα πεδίο σχέσεων όπου το υποκείμενο δεν κυριαρχεί. Αυτός είναι ο ουσιαστικός λόγος για τον οποίο η «Αρχέγονη» διαφοροποιείται ριζικά από τη σύγχρονη τάση της ποιητικής «αμεσότητας» και του συναισθηματικού ρεαλισμού, καθώς αρνείται να ενταχθεί στα σχήματά της. Αντί γι’ αυτό, προτείνει έναν αντισυμβατικό λυρισμό, ένα αρχέγονο ποιητικό σώμα που εκφέρει τον λόγο μέσα από τη σιωπή. Μία φωνή ταυτόχρονα προφορική και τελετουργική, μια ποίηση πριν από την εκφορά και μετά τη γλώσσα.
Η «Αρχέγονη» της Νάνας Παπαδάκη εγγράφεται σε μια παράδοση ποιητικής αναθεώρησης, όπου η γλώσσα δεν αναπαριστά τον κόσμο, αλλά τον συγκροτεί εκ νέου. Τα ποιήματά της, ριζικά φαντασιακά στον πυρήνα τους, χωρίς να εκπίπτουν σε ονειρική εκρηκτικότητα, αναπτύσσουν έναν λυρισμό πυκνό και αφαιρετικό, όπου το σώμα και ο λόγος συνυφαίνονται σε κοσμογονική ένταση. Η δυναμική αυτή γίνεται σαφής στο ποίημα ΚΓ΄: «Το φως στήνει την καλύβα. / Η γυάλινη κρύπτη μ’ εγκυμονεί σαν έμβρυο. / Ο ήχος σπάει το είδωλο. / / Φυτεύω το γυάλινο χώμα στα μάτια». Στο απόσπασμα αυτό η γένεση δεν δηλώνεται, αλλά συντελείται. Το φως εγκαθιδρύει κατοικία και ορίζει τόπο ύπαρξης, ενώ η κρύπτη εγκυμονεί, μετατρέποντας το υποκείμενο σε έμβρυο και ανατρέποντας τη γραμμική σχέση γέννησης και ταυτότητας. Ο ήχος διαλύει το είδωλο, μετατοπίζοντας την εμπειρία από την εικόνα στην αίσθηση, και καθώς η όραση αποκτά υλική διάσταση μέσα από το «γυάλινο χώμα», η εμπειρία καθίσταται σωματική. Ο λόγος λειτουργεί έτσι ως δύναμη θεμελίωσης και ο κόσμος αναδύεται ως αποτέλεσμα μιας ενεργού γλωσσικής διεργασίας. Έτσι, η γένεση δεν περιορίζεται στη γλώσσα, αλλά επεκτείνεται στην ίδια την ενεργητικότητα της ύλης.
Η κοσμογονική λειτουργία της ύλης επιτρέπει να προσληφθεί το έργο και πέρα από τον υπαρξιακό του ορίζοντα. Αν η μετα-ανθρωπιστική σκέψη, από τον Gilles Deleuze έως τη Rosi Braidotti, επιχειρεί να μετακινήσει το ανθρώπινο από τη θέση του κέντρου προς ένα πεδίο σχέσεων, τότε η «Αρχέγονη» δεν λειτουργεί ως θεωρητική επιβεβαίωση, αλλά ως ποιητικό εργαστήριο αυτής της μετατόπισης. Το έργο δεν διακηρύσσει την απο-κεντροποίηση του ανθρώπου, την ενσωματώνει ως συνθήκη. Η ύλη, το φως, ο ήχος και το χώμα δρουν ισότιμα με το υποκείμενο, ενώ η ενεργητικότητα διαχέεται σε ένα δίκτυο σχέσεων μέσα στο οποίο το ανθρώπινο σώμα αποτελεί προσωρινή συμπύκνωση.
Εδώ η γένεση δεν έχει δημιουργό ούτε αποδέκτη. Υπάρχει μόνο ρευστότητα. Το ποίημα δεν παράγει νόημα από ένα κέντρο, λειτουργεί ως πεδίο συντονισμού δυνάμεων. Αυτό ακριβώς διαφοροποιεί την «Αρχέγονη» από τον υπαρξιακό λυρισμό και την καθιστά μετα-ανθρωπιστική. Δεν αναζητά την ουσία του ανθρώπου, αλλά μετατοπίζει την προτεραιότητά του.
Μέσα στο σύγχρονο τοπίο, η «Αρχέγονη» αναμετριέται με την εποχή των ρευστών ταυτοτήτων, της τεχνητής φωνής και της συλλογικής φθοράς, χωρίς να προτείνει λύση ή κάθαρση. Η σιωπή λειτουργεί ως τόπος αντίστασης στην υπερπαραγωγή λόγου και η σκηνή της φωνής δεν είναι εξομολόγηση ή λυρική αυτοαποκάλυψη, αλλά ουσιαστικά μία άσκηση θανάτου. Σε μια κοινωνία όπου το σώμα φθείρεται ψηφιακά, η Παπαδάκη εγκαθιστά την ποίηση ως τελετουργία επιστροφής στον ήχο, στο χώμα και στη ρίζα του ανείπωτου. Έτσι, η «Αρχέγονη» δεν είναι μόνο επίκαιρη, αλλά σύγχρονη με τη βαθύτερη έννοια, συνομιλεί με την εποχή της, χωρίς να ενσωματώνεται στους όρους της. Μια σιωπηλή κραυγή που γράφεται με το δέρμα της γλώσσας.
Συνοψίζοντας, το βιβλίο της Παπαδάκη αποτελεί μια αισθητικά οργανωμένη ποιητική πρόταση, η οποία συντίθεται στη διασταύρωση υπαρξιακής ενδοχώρας, γλωσσικής αφαίρεσης και επιτελεστικής φωνής.
Πρόκειται για ένα έργο που δεν προσχωρεί σε καμία ρητορική του συναισθήματος ή της εξομολόγησης, αλλά παράγει έναν μετά-λυρικό χώρο, στον οποίο η γλώσσα δεν αναπτύσσεται γύρω από ένα σταθερό υποκείμενο, αλλά προβάλλεται ως πεδίο εμπειρίας, τραύματος και διάρρηξης. Η «Αρχέγονη» δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια εμπειρία ούτε να σκιαγραφήσει ένα πρόσωπο, αλλά να θεμελιώσει ένα υποκείμενο πριν από την Ιστορία, να γεννήσει μια φωνή πριν παγιωθεί σε ταυτότητα. Το ποιητικό υποκείμενο δεν λειτουργεί ως χαρακτήρας, αλλά ως πρωταρχή, σημείο σύμπτωσης όπου λόγος και ύπαρξη συμπλέκονται. Η ποιήτρια γράφει όχι για μια γυναίκα, αλλά για τη στιγμή κατά την οποία το «Είναι» αρθρώνεται μέσα στη γλώσσα, εκεί όπου σώμα, σιωπή και λόγος συνυφαίνονται πριν λάβουν κοινωνικό ή υπαρξιακό περίγραμμα. Επιχειρεί να αποσπάσει την ύπαρξη από κάθε αφηγηματική καθήλωση και να τη συλλάβει στην αρχική της ένταση. Το σώμα, η σιωπή και ο χρόνος λειτουργούν όχι ως θεματικές σταθερές, αλλά ως δομικά στοιχεία της ίδιας της γραφής. Η φωνή της Νάνας Παπαδάκη εντάσσεται, επίσης, σε μια εξελισσόμενη παράδοση σύγχρονων ποιητριών που επεξεργάζονται τη θηλυκή ταυτότητα μέσα από την αποδιάρθρωση του προσώπου και την αναζήτηση μιας, θα έλεγα, προσωδίας της σάρκας. Ωστόσο, η «Αρχέγονη» δεν παραμένει στο επίπεδο της γυναικείας φωνής, αλλά διατυπώνει μια ευρύτερη ποιητική μετα-υποκειμενικότητας.
Η συμβολή του έργου στο σύγχρονο ποιητικό τοπίο συνίσταται ακριβώς σε αυτή τη διαρκή ένταση ανάμεσα στην αφαίρεση και τη σωματικότητα, στη φθορά και την επιτέλεση. Η ποίηση δεν σχολιάζει την εμπειρία, αλλά την καθιστά παρούσα. Και ακριβώς γι’ αυτό, η «Αρχέγονη» αναδεικνύεται ως καίρια όχι μόνο ως αισθητικό συμβάν, αλλά και ως κριτικό σχόλιο πάνω στους τρόπους με τους οποίους η ποίηση μπορεί να υπάρξει σήμερα.
Πηγή: https://www.fractalart.gr/archegonh/
ΤΟPERIODIKO
Digital Press · 04.11.2024 · Book Review by Alexandros Stergiopoulos

Η Νάνα Παπαδάκη επιδιώκει να συλλάβει την άγρια ομορφιά των κόσμων που οι λέξεις μας δίνουν. Η άσκησή της στο πεδίο της υποκριτικής τη βοηθά να στείλει το βλέμμα της στα βάθη των νοημάτων, τη σπρώχνει να αγγίξει το κουκούτσι του κόσμου. Η Παπαδάκη είναι πρόθυμη να ενδυθεί το δέρμα του άλλου, κυρίως του σκοτωμένου, για να φτάσει στον πυρήνα του εαυτού, της ύπαρξης. Κόβει του καρπούς/Πάει τα φτερά της/Τραγουδά/Στην ηχώ/Ζει σαν να’ ναι/Ο εαυτός της. [σ.36]. Κι αν υπάρχει κίνδυνος να χαθεί ο δρόμος προς το αρχέγονο, έρχεται αυτό το ποίημα και φωτίζει τα πάντα: Οι ήχοι είναι η στίξη της σιωπής, καθώς αρθρώνει τον χρόνο. Η «Αρχέγονη» είναι ποιητική συλλογή που αντανακλά την αγωνία και την προσωπικότητα της δημιουργού. […] Και ξεκινά με τη σιωπή, τα λίγα, τα ελάχιστα. Συνεχίζει με τις λέξεις-πετράδια και η τελεία δεν τιθασεύεται. Μόνο «λέξεις, λέξεις, λέξεις».
Πηγή: https://www.toperiodiko.gr/αρχέγονη-της-νάνας-παπαδάκη/
ALLYOU
Digital Press · 16.08.2024 · Book Review by Aggeliki Lalou
11 ποιητικές συλλογές από δυνατές σύγχρονες ελληνικές γυναικείες φωνές

Στην «Αρχέγονη», την τέταρτη συλλογή της Νάνας Παπαδάκη, η ποιήτρια αναζητά, ερμηνεύει, αναρωτιέται για τη δημιουργία της σιωπής, την ύπαρξη, τον χρόνο, τη γυναίκα. Μετεωρίζεται ανάμεσα στο αιώνιο και το στιγμιαίο, το μηδαμινό και το άπειρο, το αρχέγονο και αυτό που υπάρχει από πάντα και θα συνεχίζει να υπάρχει, με λέξεις ή χωρίς. 55 μικροποιήματα, σαν χρησμοί, ή σαν ένας χωρίς ανάσα μονόλογος, κατασταλάζουν μέσα μας αργά σαν βραδυφλεγής εκρηκτικός μηχανισμός, με μια αγωνία αρχέγονη όσο κι η έννοια του χρόνου που άλλοτε μέσα στη συλλογή διαστέλλεται κι άλλοτε συστέλλεται, ανάλογα με την επιθυμία της γραφής της.
Πηγή: https://www.allyou.gr/living/proti-yli/64266-11-5
MONOΚΛ
Digital Press · 29.04.2024 · Book Review by Vassilis Rouvalis
Νάνα Παπαδάκη | Αρχέγονη | Εκδόσεις Μελάνι

Ο λόγος της Παπαδάκη έχει διαμορφωθεί σε μια σταδιακή, εξελικτική πορεία ανάμεσα σε ποιητικές αφορμήσεις, με εκφραστική διάθεση σε στιγμιαία διαδικασία, αλλά κατά το πλείστον γύρω από τη «φωνή» της δρώσας σκέψης, της αφηγήτριας αυτών των ψελλισμάτων. (Ως προς αυτόν τον χαρακτηρισμό των κειμένων της, πρόκειται ασφαλώς για τη διατύπωση μιας ισχυρής νοηματοδότησης σε ολιγόστιχα ποιητικά σχήματα, όμοια με σύντομες ηχητικές φράσεις).
Είναι η τέταρτη απόπειρα επίσημης, εκδοτικής παρουσίας της συγγραφέα. Όπως στις πρότερες προτάσεις της, από το 2011, φροντίζει να οριοθετήσει την υφή των στίχων της ως ένα σύνολο λογισμών, απ’ όπου εκτυλίσσεται ο συμπαγής ψυχισμός της. Ετούτο κάνει πιο ενδιαφέρουσα την αναζήτηση της πορείας της. Το σκηνικό φόντο που επιθυμεί, διαφέρει σε κάθε προηγούμενη περίσταση. Αναζητείται κάθε φορά η ορθότερη διατύπωση της ποιητικής της: ο θάνατος «αντιστέκεται» με το εγχειρίδιο του φόβου, η προσδοκία της ζωής αναπνέει αναλλοίωτη καθώς η γνώση του Είναι διευρύνεται μέσα από την εμπειρία του κόσμου. Οι στίχοι εδώ (ΚΔ, σ. 32), επιβεβαιωτικοί:
Μα, δεν μιλώ./ Μιλιέμαι από εμένα./ Συμβαίνει μες στον λόγο./ Η σάρκα μου λέει τον εαυτό της./ Η σκηνή είναι ο τόπος μου./ Είμαι όλη μια άσκηση θανάτου.
Το ένστικτό της ποιήτριας κινείται μακρύτερα. Επιβεβαιώνει την έννοια του χρόνου, μέσα από το πρίσμα της κατακτημένης ή προσεγγίσιμης γνώσης, όπου η αλήθεια του μετασαρκώνεται σε συνείδηση. Μέσα από τον απλό, κοφτό τόνο καταγραφής αυτής της στοχαστικής θέσης η Παπαδάκη δηλώνει (ΚΣΤ, σ. 34):
Παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι μόνο τρόποι να/ κοιτάμε/ την ύπαρξη, το αίνιγμα της ζωής και του θανάτου και Η νύχτα θρέφει το δέντρο (Μ, σ. 48).
Το τρίπτυχο της χρονικής διάρκειας, το ατέρμονο στοιχείο της ύπαρξης καθορίζει συνολικά το πλαίσιο της ποιητικής της. Δεν είναι εύκολη η διαχείριση αυτή, καθώς στις δύο προηγούμενες συλλογές διασταυρώνονται τα δεδομένα στα οποία επικεντρώνεται: στην έκδοση των Δώρων της Αγρύπνιας (Αστάρτη, 2013) είναι αδιευκρίνιστη έως έναν βαθμό, αταυτοποίητη ίσως, η συναντίληψή της για το δώρο της Ύπαρξης – στην προηγούμενη (Encore. Το πένθος της Οδύσσειας, 2018) επανέρχεται το σημείο μηδέν που είναι ο θάνατος ενώ η στιγμή έχει συγκεκριμένες, αναλλοίωτες, «ακίνητες» συντεταγμένες στην περιπλάνηση για την ύπαρξη. Εν προκειμένω, όμως, στην Αρχέγονη, η ωριμότερη διαχείριση της εκφραστικής ανάσας της Παπαδάκη είναι περισσότερο απτή, η πρόθεσή της σταχυολογημένη όπως και διαυγέστερη πλέον η προσέγγισή της από τον συστηματικό αναγνώστη.
Το βιβλίο προσεγγίζεται, επιπλέον, ως μια αδιάλειπτη σκηνική παρουσίαση. Τα «ψελλίσματα», ως αρχικός χαρακτηρισμός της στιχουργίας της Παπαδάκη, αποτελούν μια καθόλου τυχαία αίσθηση μιλημάτων ανάμεσα σ’ ένα αχρωμικό πλαίσιο και μια φιγούρα κινούμενη ή στατική όπου τονίζει τις βεβαιότητές της. (Είναι κάτι που οι συνήθως φιλολογίζουσες κριτικές αποτιμήσεις κατανοούν δύσκολα σε περιπτώσεις ανάλογων προθέσεων). Η συγγραφέας γράφει ποιήματα, ωστόσο, με τον καλλιτεχνικό ψυχισμό της να κυριαρχεί η θεατρική πράξη του λόγου. Κι ετούτο δεν δύναται παρά να επηρεάζει την όψιμη ποιητική φυσιογνωμία της στην Αρχέγονη και δευτερευόντως στις υπόλοιπες τρεις συλλογές της (πρώτο βιβλίο: Ποιήματα +1, 2011).
Η Παπαδάκη διανύει τον κύκλο της τέχνης του λόγου με αναντίρρητες επιρροές από τα αναγνώσματά της – τον Σέξπιρ, τον Μπέκετ, τους άλλους ολιγόλογους μα πολύνοους συγγραφείς που διαβάζει με ανάσες στα χρόνια της παρουσίας της στη σκηνή ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτιδα. Ο λυρισμός της είναι μετριασμένος, με ισορροπίες μεταξύ νοήματος και γοητευτικής άφεσης στη δύναμη των λέξεων. Ενώ, η σύντομη και πυκνή διαχείριση της στόχευσής της στην έκταση του κάθε στίχου, φαίνεται προϊόν της τριβής της με ποιητές ωσάν τον Ιβάν Γκολ, τον Ε.Χ. Γονατά ή τον Αργύρη Χιόνη και τον Τσέζαρε Παβέζε (ενδεικτικά αναφερόμενοι, ως αντιστοιχήσεις του τρόπου που επιλέγει η ποιήτρια).
Κάθε βήμα στη συνέχεια θα είναι στιγμή εξέλιξης της φωνής της Παπαδάκη, εφόσον οριστεί αυτή η συλλογή ως σημείο εναρκτήριο μιας διαδρομής με ακέραιο παρονομαστή. Αυτό, περίπου αυτό, υπόσχεται σ’ ένα από τα στιχουργήματά της (ΜΣΤ, σ. 54), όπου σημειώνει:
Είναι ζωντανή./ Έχει σώμα, νόημα και εαυτό./ Γεννάει το κεφάλι της στον κρότο.
Πηγή: https://www.monocleread.gr/2024/04/29/nana-papadakh-arxegonh-melani/
BOOKPRESS
Digital Press · 01.01.2024 · Book Review by Dionisis Marinos
«Ελληνική ποίηση: 30 συλλογές που διαβάσαμε και ξεχωρίσαμε το 2023»

Πενήντα πέντε ποιήματα που είναι αριθμημένα με τα γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου, η νέα ποιητική συλλογή της Νάνας Παπαδάκη Αρχέγονη (εκδ. Μελάνι) κάνει μια καταβύθιση στα πιο μύχια των ανθρώπων.
Μέσα από τα σκοτάδια του καθενός από εμάς, σε εκείνο το ασυνείδητο δωμάτιο του εαυτού μας, βρίσκονται όλες οι πηγές στις οποίες βρέχεται η ποίηση της Παπαδάκη.
Ερωτικοί πόθοι, απωθημένα, τραύματα, ακραία συναισθήματα και καθετί κρυφό κι ανομολόγητο. Η ποίηση όλα αυτά τα φωτίζει έτσι ώστε να μας οικειώσει με το πιο σκοτεινό εγώ μας.
Ενδεικτικά:
Ο φλοιός του δέντρου σπάει./Ένας ζωντανός έλικας από φίδια φτάνει ώς τη νύχτα./Είναι πλεγμένος μ’ αστέρια./Αυτή είναι κορίτσι και παίζει το αιώνιο παιχνίδι της./Στις άκρες των χεριών της που ‘ναι κλαδιά κάτι φιγούρες/Σαν να ξερίζωσε μόνη της ένα μεγάλο θέατρο σκιών/Απ’ το χώμα.
Πηγή: https://bookpress.gr/…/19110-elliniki-poiisi-30…
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΕΥΘ
Print Press · v. 18 · 12.2023 · By George Dritsas
Τρεις γυναικείες ποιητικές γραφές γύρω από την αρχέγονη θηλυκότητα

Το 2023 μας περίμενε ακόμη μια εκδοτική έκπληξη με την έκδοση της νέας ποιητικής συλλογής της ηθοποιού, σκηνοθέτιδος και ποιήτριας Νάνας Παπαδάκη με τον χαρακτηριστικό τίτλο Αρχέγονη, έχοντας πριν κυκλοφορήσει τις συλλογές Ποιήματα συν ένα, εκδ. Αστάρτη 2011, Τα δώρα της αγρύπνιας, εκδ. Αστάρτη, 2013 και Εncore – Γυναίκες της Οδύσσειας, εκδ. Μελάνι, 2016.
Η νέα της αυτή συλλογή αξίζει όχι μόνο να διαβαστεί, αλλά να μελετηθεί προσεκτικά. Η θεματική της δε αφορά την αρχέγονη θηλυκότητα, η οποία από δω και πέρα θα αναφέρεται μόνο ως Αρχέγονη ακολουθώντας τον κρυπτικό ειρμό των στίχων της συλλογής, όπως αυτή παρουσιάζεται μέσω περιεκτικών σπαραγμάτων, γεμάτων έντονων και μυθοπλαστικών εικόνων.
Πιο συγκεκριμένα, ήδη απ’ τον πρώτο στίχο αναφέρεται η γέννα της Αρχέγονης από τον ζωοποιό ήλιο που σχηματοποιεί θεούς, ζώα και σώματα («Ο φαλλός του ήλιου/Είναι θεός, ζώο, αίμα/Τη γεννά»). Λόγω αυτής της ιδιότητάς της, περικλείει μέσα της κάτι «απ’ όλα τα ζώα» και ο θεός σαν μύγα «απλά τρίβει τα άκρα της», καθόσον εκείνη στωικά περιμένει. Περιμένει τον πόνο της θνητότητας που τη «διαχέει και την τρυγάει» μέσα από μια συνεχή «άσκηση θανάτου» της σάρκας της, που επιβεβαιώνει, μέσω της φθαρτότητάς της, τον ίδιο της τον εαυτό.
Εν τέλει δε, επιλέγει να ενωθεί με τη θελκτική σιωπή που της προσφέρει η φύση της, στήνοντας «αυτί στο κτήνος» που έχει μέσα της, όπως κάθε ζωντανό πλάσμα. Επιλέγοντας, έτσι, καθώς μεγαλώνει «πιο πολύ το ζώο/απ’ τον θεό» αι εγκαταλείποντας, μέσα από τον καθαγιασμό της άχρονης ενσάρκωσής της, την πρωτογενή της θεΐκότητα.
Εικόνες που μας φέρνουν κοντά στην ίδια την πρωτεΐκή φύση, ως ενσαρκωμένη «αρχέγονη» θεά, και δη στις μυθολογικές εικόνες της Θεογονίας του Ησίοδου. Αποδεικνύοντάς μας ότι είναι δυνατόν να υπάρξει και ένας άλλος τρόπος γραφής, λιτός αλλά ταυτόχρονα πυκνός σε νοήματα.
Πηγή: https://www.romipublications.com/product-page/θευθ-τεύχος-18
ATHINORAMA
Print Press · 24.09.2023 · Book Review by Pavlos Mathenitis
Τα «αποδημητικά» βιβλία που θα διαβάσουμε αυτό το φθινόπωρο.

«»Ποια είμαι; / Είμ’ ο τρελός αχινός. / Ο ακανθωτός βυθός του. / Το ρήμα του φωτός.» λέει κάπου στην ποιητική της συλλογή «Αρχέγονη», η Νάνα Παπαδάκη, από τις εκδόσεις Μελάνι. Πενήντα πέντε ποιήματα, πενήντα πέντε ρηματικές φωτεινές επικλήσεις σε μια σκοτεινή, χθόνια αρχέγονη δύναμη, που απαρτίζουν ένα βιβλίο συντεθειμένο από αποκάλυψη, ενόραση, τρέλα και όνειρα. Η Αρχέγονη σου αφήνει μια σεξπιρική και ιψενική μεταγεύση στη ψυχή – όμως πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικό το τέταρτο ποιητικό βιβλίο της ανήσυχης σκηνοθέτριας, ηθοποιού και βεβαίως συγγραφέως Νάνας Παπαδάκη, που τιμά εδώ και χρόνια με τη δημιουργική της πρωταγωνιστική ή και σκηνοθετική παρουσία τη θεατρική σκηνή;»
Πηγή: https://www.athinorama.gr/texnes/3020661/apodimitika-biblia/
FRACTAL
Digital Press · 19.09.2023 · Book Review by Margarita Papageogiou
«Η σκιά, η κραυγή κι ο τρελός αχινός»

Τι είναι αυτό που κατοικεί κάτω, μέσα στο πιο στύγιο σκοτάδι μας, καμωμένο όχι από τα υλικά των ονείρων όπως θα έλεγε ο Πρόσπερο στην Τρικυμία του Σαίξπηρ, αλλά από τα ίδια μας τα σκοτεινά σωθικά; Προϋπήρχε της γέννησής μας, κινείται κάτω από τη σάρκα μας, είναι η σκιά μας, καθώς λέει η ποιήτρια Νάνα Παπαδάκη στην τέταρτη ποιητική της συλλογή με τίτλο Αρχέγονη (Μελάνι 2023). Ποια είναι, ή μάλλον, το καίριο ερώτημα της ποιητικής συλλογής «Ποια είμαι;».
Είναι εκεί.
Στην άλλη άκρη της σάρκα
Στο πιο τυφλό αγκίστρι του εαυτού της.
Σε μια υπαρξιακή βυθομέτρηση των εσώτερων αβύσσων τα ποιήματα της Αρχέγονης επιχειρούν να ανασύρει στο φως τα βυθισμένα κομμάτια που αποτελούν τον εαυτό του ανθρώπου. Τα 55 ποιήματα-στιχουργήματα της συλλογής είναι αριθμημένα με γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου, παραπέμποντας ίσως, στην ιερή σχέση των τριών εννεάδων του Πλωτίνου. «Αποσύρσου στον εαυτό σου και κοίτα· […] και όσα είναι σκοτεινά κάνε τα να γίνουν λαμπρά» (Πλωτίνος Εννεάδες, I. 6, 9.1.). Τα κρυμμένα «σπαράγματα», οι μύχιες πλευρές μας, τα απωθημένα τραύματά μας, είναι θραύσματα ενός όλου. Όλα όσα το συνειδητό δεν αποδέχεται, απορρίπτει, αποστρέφεται. Όλα αυτά που καταβαραθρώνει στον «θάνατο» του Κάτω Κόσμου μας, μέσα στο ασυνείδητο μέρος του εαυτού μας. Ο ψυχίατρος Καρλ Γιουνγκ είχε μιλήσει για τη Σκιά, την άγνωστη «σκοτεινή πλευρά» της προσωπικότητάς μας. Και είναι σκοτεινή επειδή συνίσταται κυρίως από πρωτόγονα ένστικτα, ενορμήσεις, σεξουαλικό πόθο, κοινωνικά ή θρησκευτικά απωθημένα, παιδικά τραύματα, αρνητικά συναισθήματα όπως ενοχές, φθόνο, οργή. Το καταπιεσμένο μέρος του εαυτού μας όμως δεν εξαφανίζεται επειδή το κρύβουμε. Η Σκιά, κατά τον Γιουνγκ αλλά και κατά την Παπαδάκη στην Αρχέγονη, υπερισχύει του συνειδητού μας εαυτού και παίρνει τον έλεγχο, συχνά χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Κινεί τα νήματα της ζωής μας. Όσο ο άνθρωπος δεν φωτίζει τις κρυφές πτυχές του, είναι τυφλός. Η Σκιά του είναι αυτή που τον χειρίζεται.
Με διώχνει από μέσα.
Εγκαθίσταται στον θρόνο και προστάζει τ’ άστρα.
Ξέρει καλύτερα από μένα.
Φλέγεται απ’ τον θυμό.
Δανείζεται τη χροιά της φωνής μου.
Με κάνει σκύλο της.
Μου δίνει παράξενα ονόματα.
Κάνει τον λώρο μας λουρί και μ’ αμολάει στην αυγή σαν λυσσασμένη.
Τα μάτια είναι σάβανα που τη θέλουν σαν φως.
Η Αρχέγονη παραπέμπει στον βαθύτερο εαυτό μας ο οποίος μας συνδέει με την αρχέτυπη, ζωώδη φύση που παραμένει άφωνηׄ γράφει η Παπαδάκη: «Παγώνει τον χρόνο και στήνει αυτί στο κτήνος της./ Κι αυτό είναι σιωπή.» (ΛΓ΄, σ 41). Και ο Γιουνγκ παρατηρεί ότι οι έσχατες διακλαδώσεις της Σκιάς φθάνουν πίσω στο βασίλειο των ζωικών μας προγόνων περιλαμβάνοντας έτσι ολόκληρη την ιστορική όψη του ασυνείδητου. Και στον Πλωτίνο βρίσκουμε την ιδέα του Εν ως ρίζα του δέντρου της δημιουργίας. Και για την Παπαδάκη είναι η ίδια η φύση, φορέας τόσο καταστροφής όσο και δημιουργίας. Σαν την Μεγάλη Μητέρα- φύση, συνιστά ένα πρόσωπο αρχετυπικής υφής, που υπάρχει μέσα μας a priori, δημιουργική αλλά και ανελέητη.
Ο φλοιός του δέντρου σπάει.
Ένας ζωντανός έλικας από φίδια φτάνει ώς τη νύχτα.
Είναι πλεγμένος μ’ αστέρια.
Αυτή είναι κορίτσι και παίζει το αιώνιο παιχνίδι της.
Στις άκρες των χεριών της που ‘ναι κλαδιά κάτι φιγούρες
Σαν να ξερίζωσε μόνη της ένα μεγάλο θέατρο σκιών
Απ’ το χώμα.
Σαν το «σκοτεινό κορίτσι» του Σεφέρη («Το φως», Κίχλη) που οδηγούσε από το χέρι τον τυφλό Οιδίποδα. Ή σαν την ηδονική και επικίνδυνη Σκοτεινή Κυρία των Σονέτων του Σαίξπηρ, την καταστροφική και μυστηριώδη Έντα Γκάμπλερ του Ίψεν, την φοβερή μάγισσα Συκόραξα της σαιξπηρικής Τρικυμίας, μια νεκρή μάνα που όμως ο Κάλιμπαν συνομιλεί μαζί της διαρκώς. Ίσως και στην Τρικυμία του Σαίξπηρ, όλα τα πρόσωπα, Πρόσπερο, Συκόραξα, Κάλιμπαν, Άριελ κλπ, δεν είναι παρά μεταμορφώσεις ενός προσώπου που πονά καθώς βιώνει μια «τρικυμία εν κρανίω». Σαν ένας άλλος Πρόσπερο, και η ποιήτρια, με τη μαγεία εδώ της ποίησης, στο δικό της παράξενο νησί, φυλακή ή κελί ψυχιατρείου, επιχειρεί μια Κατάβαση, ένα ταξίδι στον Κάτω Κόσμο της ψυχής. Η Αρχέγονη ως ομηρική «Νέκυια» όπου ο ποιητικός ήρωας εισχωρεί στον Άδη για να συνομιλήσει με τη μάνα. Τα ποιήματα είναι ο οβολός που πληρώνει στο πορθμείο για την προσωπική της καταβύθιση.
Το ποίημα
Στέκει για λίγο
Αντίκρυ της
Σαν είδωλο
Και σαν πορθμείο.
Στην Αρχέγονη ο ποιητικός λόγος είναι λιτός, ολιγόστιχος, σε κάποιες στιγμές οραματικός, αποσπασματικός ή σαν απολογία, σαν όνειρο. Συχνά ερμητικός, σκοτεινός, όπως ταιριάζει σε απόκρυφα κείμενα. Το ποιητικό υποκείμενο προσπαθεί να διαπεράσει το τοίχος της σιωπής και να ονομάσει τη Σκιά της. Με τις λέξεις της, τα ποιήματά της σαν ξόρκια μαγικά, αγωνίζεται να την φέρει στο φως. Η γλώσσα ναι, μπορεί να είναι ο θάνατος του νοήματος «Είμαι όλη μια άσκηση θανάτου.» (ΚΔ΄, σ.32), όμως μόνο με τις λέξεις ο άνθρωπος θα φέξει τις ζοφερές πτυχές του. Όσο παραμένουν ανεξερεύνητες και κυρίως μη αποκρυπτογραφημένες, τόσο μεγαλώνει ένα επικίνδυνο χάσμα. Το χάσμα ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο. Το συνειδητό, «το κέλυφος» στην Παπαδάκη, είναι μια μάσκα που φτιάξαμε για να συμμορφωθούμε με τις κοινωνικές προσδοκίες και νόρμες. Η ποίηση, όπως και η Ακατέργαστη Τέχνη, η Art Brut, που οι τρελοί και απόκληροι δημιουργούσαν μακριά από την αλλοτρίωση του κοινωνικού κατεστημένου, είναι πιο κοντά στο ασυνείδητο, στην βαθύσκια φύση του ανθρώπου. Τα ποιήματα της Αρχέγονης είναι αναπαραστάσεις τις κραυγής του πόνου του υποκειμένου που βιώνει το χάσμα με τη σκιά του, τη ρίζα, την αρχέγονη φύση του. «Η φύση κρύβεται μες στην κραυγή.» (ΝΔ΄, σ. 62) γράφει η Παπαδάκη.
Η κραυγή που βγαίνει από τον πόνο της ρήξης του Εν του εαυτού μας. Μέσω της αρχέγονης κραυγής, της τέχνης της ποίησης, απελευθερώνεται ο πόνος για να οδηγηθεί το ποιητικό υποκείμενο στην αυτογνωσία, και τελικά, στην ίαση. Η συγχώρεση, η αναγνώριση, η ενσωμάτωση του προσώπου με τη σκιά του, θα φέρει την κάθαρση. Για να μπορέσουμε να γίνουμε Εν, όλον, χρειάζεται de profundis να αποδεχτούμε τα σκοτάδια μας. Εκεί έγκειται το νόημα.
Η σκοτεινή φύση σου, ο βυθός σου, έχει αγκάθιαׄ όταν τον αγγίξεις, πονάει. Έχει τρέλαׄ όταν τον σκεφτείς, παραλογίζεσαι. Έχει σκοτάδιׄ όταν τον αποδεχτείς όμως, έχει φως. Όταν ενωθείς με τη σκιά σου, από τυφλός που ήσουν, θα δεις. Θα αποκαλύψεις την Αρχέγονη. Θα ανακαλύψεις την απάντηση στο αρχικό, αρχέγονο, ερώτημα:
Ποια είμαι;
Είμ’ ο τρελός αχινός.
Ο ακανθωτός βυθός του.
Το ρήμα του φωτός.
Πηγή: https://www.fractalart.gr/archegoni/
AΠΟΙΚΙΑ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΣ
Digital Press · 18.02.2018 · Book Review by Elena Polygeni
Ν. Παπαδάκη: Το πένθος της γλώσσας

Η τελευταία συλλογή της Νάνας Παπαδάκη λειτουργεί σαν μια μαρτυρία θανάτου, σαν την αντανάκλαση μιας συνεχόμενης πτώσης. Το τέλος δεν έρχεται ποτέ, μολονότι αναφέρεται διαρκώς, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι συνέχεια εδώ. Γιατί στα ποιήματα της Ν. Παπαδάκη ο χρόνος δεν υπάρχει, το παρελθόν και το μέλλον συμπλέκονται πάντοτε σ’ ένα παρόν που μένει αιώνιο και ακολουθεί μια κυκλική περιστροφή – ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να αναδημιουργείται ξανά και ξανά, δίνοντας την εντύπωση πως μας κοιτά μέσα από αλλεπάλληλα κάτοπτρα.
Αυτή ακριβώς η ακινησία του χρόνου ανοίγει τη συλλογή, με τα λόγια: «Ούτε επιστρέφει ούτε φεύγει ποτέ αυτή η θάλασσα/ τις μαύρες κόρες μας ορίζει». Πρόκειται για μια δύναμη που επενεργεί σε τοπία και πρόσωπα, αναλλοίωτη όπως η θάλασσα και παντοδύναμη σαν τον ήλιο. Οι μαυροφορεμένες κόρες πενθούν αυτό το σκληρό τοπίο, μέσω της όρασης. Η μνήμη επιβάλλεται ως αντικατοπτρισμός, ο χρόνος ως μεταφυσικό, απόκοσμο όραμα.
Η Ν. Παπαδάκη τοποθετεί πρόσωπα και αντικείμενα σε μια αρμονικά ενορχηστρωμένη σύνθεση. Αυτό έχει να κάνει με την ικανότητά της να δημιουργεί σκηνικό χώρο δίνοντας στα πάντα λειτουργική σημασία. Στην παρούσα συλλογή αξιοποιεί στο έπακρο το προσωπικό της υλικό, όπως είναι η παραστατική περιγραφή των αντικειμένων και η απόδοση της ρευστότητας του χρόνου. Διευρύνει την οπτική της σ’ ένα πιο ανοιχτό χωροχρονικό πλαίσιο δίνοντας έμφαση στην αισθητηριακή αντίληψη του κόσμου. Το ποιητικό της σύμπαν ορίζεται κι εδώ από τα αντικείμενα, που τώρα αποκτούν ακόμα πιο σκληρή υφή, καθώς η προέλευσή τους είναι αρχέγονη και σκοτεινή.
Έτσι, από τα Δώρα της Αγρύπνιας (Αστάρτη 2013), όπου τα πράγματα βρίσκονταν σε μια αέναη περιπλάνηση, στατική ωστόσο μέσα στην επαναληπτικότητά της, περνάμε τώρα στην οπτική του τοπίου, που κλείνεται στον ίδιο του τον εαυτό και ανοίγεται μόνο στη μνήμη. Γίνεται το ίδιο μνήμη, ανακαλώντας τη μοναξιά του, τη μελαγχολία του, τη νοσταλγία του, μέσα από τους μονολόγους των γυναικών αυτών, που εγγράφονται στις πολλαπλές ταυτότητές του και τελικά συγκλίνουν σε μια φωνή, τη φωνή του ίδιου του τόπου.
Η Ν. Παπαδάκη τοποθετεί με αξιοσημείωτο τρόπο πρόσωπα και αντικείμενα σε μια αρμονικά ενορχηστρωμένη σύνθεση. Αυτό έχει να κάνει με την ικανότητά της να δημιουργεί σκηνικό χώρο δίνοντας στα πάντα λειτουργική σημασία. Στην παρούσα συλλογή αξιοποιεί στο έπακρο το καθαρά αναγνωρίσιμο, προσωπικό της υλικό, όπως είναι η παραστατική περιγραφή των αντικειμένων και η απόδοση της ρευστότητας του χρόνου. Διευρύνει την οπτική της σ’ ένα πιο ανοιχτό χωροχρονικό πλαίσιο δίνοντας έμφαση στην αισθητηριακή αντίληψη του κόσμου. Το ποιητικό της σύμπαν ορίζεται κι εδώ από τα αντικείμενα, που τώρα αποκτούν ακόμα πιο σκληρή υφή, καθώς η προέλευσή τους είναι αρχέγονη και σκοτεινή.
Η υλική μορφή των πραγμάτων παρουσιάζεται τόσο γλαφυρά που νομίζεις πως τα αγγίζεις, πως τα χέρια σου αισθάνονται αυτές τις τραχιές και σκληρές επιφάνειες. Χαλκός, δόντια, κόκαλα, ο τόπος ραγισμένος, τα αγάλματα και τα σώματα σπασμένα, θρυμματισμένα, κοφτερά βουνά, μέταλλα, όλα κομμάτια μνήμης, που παλεύουν να οριοθετήσουν το χρόνο. Τα πάντα συμμετέχουν σε μια συλλογή αναμνήσεων η οποία στηρίζεται στις αισθήσεις κι αυτό είναι το αντίβαρο στη φθορά. Το ξημέρωμα, το φως του που τινάζεται από το θάνατο στον ύπνο, όπως λέει μια από τις Γυναίκες της Οδύσσειας η Ναυσικά, μας φέρνει από τα Δώρα της Αγρύπνιας στο Encore, σε μια ακόμη αναμονή της άλλης μέρας, η οποία τελείται μέσα σε μια σχεδόν συνωμοτική σιωπή.
Η αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει όλο το εύρος των συναισθημάτων, η ήττα της επικοινωνιακής διαδικασίας, η φθορά ανάμεσα στα άλλα και των λέξεων απασχολούν τη Νάνα Παπαδάκη, και την οδηγούν να δημιουργήσει αυτή τη μοναδικής ομορφιάς εικονοποιία κατορθώνοντας να απεικονίσει και όχι να ερμηνεύσει ή να εξηγήσει την εξορία της γλώσσας. Η γλώσσα, όπως και το υποκείμενό της, κείτεται σε τόπο ερημωμένο κι ο μόνος τρόπος να μιλήσει είναι μέσω μιας υπόρρητης, υπαινικτικής λειτουργίας.
Όλες αυτές οι γυναίκες που μας μιλούν, οι γυναίκες της Οδύσσειας, μολονότι φαινομενικά διηγούνται διαφορετικές ιστορίες, είναι στην πραγματικότητα μέρη μιας ενιαίας φωνής. Πρόκειται για μια φωνή που ψάχνει να βρει τη χαμένη της ταυτότητα, την προσωπική της μαρτυρία, όπως η ποιητική φωνή ψάχνει να αναστήσει τις λέξεις στα ελάχιστα περιθώρια που έχουν αφήσει η επανάληψη και η χρηστικότητα. Γι’ αυτό και στο βάθος η σιωπή καραδοκεί σαν μόνη επιλογή. Σ’ αυτό το συμπέρασμα καταλήγει πάντα η Νάνα Παπαδάκη. Οι λέξεις, όπως και ο τόπος, όπως και το σώμα, είναι τραυματισμένες, κατακερματισμένες, παρουσιάζονται σαν μια αντανάκλαση άλλων σκέψεων, καθώς προσπαθούν να ανακατασκευάσουν το μύθο για να φτάσουν από μια υποκειμενική θέαση σε μια συλλογική αλήθεια. Το υποκείμενο διασπάται κι αυτό σε πολλαπλά μέρη, σε φωνές που μιμούνται άλλες, όπως στο ποίημα Ελένη. Η μόνη πια επιλογή του είναι να διαλέξει, κι όχι να βρει φωνή. Ο λόγος πια μένει γυμνός ενώ προσπαθεί να βρει τις απαρχές του αναζητώντας τις ρίζες του. Μιλά με τις φωνές άλλων, με τη φωνή του παρελθόντος, ενδύεται ο ίδιος το σεφερικό αδειανό πουκάμισο, αφού «το άδειο είναι ο προορισμός του».
Παρακάτω, η Αρήτη, φέρνει συνειρμικά στο μυαλό το άρρητο, πράγμα που επιβεβαιώνεται από το κείμενο και τον τρόπο που παρουσιάζει τη γλώσσα, σαν έναν τόπο οικείο και αλλότριο ταυτόχρονα, που κλυδωνίζεται κάτω από ξένα βήματα, από ίχνη που αφήνουν πάνω της οι άλλοι, ώσπου πια είναι αδύνατον να ξεχωρίσεις τι είναι δικό σου και τι ξένο, ποιοι είναι στ’ αλήθεια οι δεσμοί που σε συνδέουν μαζί της.
Τα σύμφωνα και τα φωνήεντα διαστέλλονται σε μια μεγάλη σιωπή που είναι η τελική απελευθέρωση για το ποιητικό υποκείμενο, καθώς αντικατοπτρίζει την εξορία του σώματος και τη βαθιά του επιθυμία για ένωση με τη μυστική αρχή που δεν γνωρίζει ποια είναι. Αυτή η απελπισμενη αναζήτηση ενός νέου τρόπου έκφρασης, αποδομώντας και αναδομώντας το παρελθόν και τους ιστούς που συνδέουν μαζί του στοχεύει στην ανάδειξη της αιτίας για όλα όσα οδηγούν στην καταστροφή και την απώλεια, που είναι επίσης ένα διακύβευμα για τις Γυναίκες της Οδύσσειας.
Η αντιστροφή της ομηρικής «ανδρικής» φωνής, που μιλά για να εξιστορήσει κατορθώματα, σε μια γυναικεία φωνή που ψάχνει να βρει λόγια προκειμένου να αρθρώσει σπαράγματα πένθους και ματαίωσης, είναι το επίτευγμα του βιβλίου της Παπαδάκη. Αποτελεί μια ζωντανή έκφραση της ήττας των μεγάλων αφηγήσεων και των «ηρωικών» πράξεων που αφήνουν πίσω μόνο ερείπια. Από αυτά τα ερείπια ανασύρεται η γυναικεία φωνή, που, κατά τη γνώμη μου, επιλέγεται γιατί είναι κατά βάση θρηνητική φωνή. Κι αυτός ο θρήνος φτάνει μέχρι το σήμερα, για να απευθυνθεί πια στο ελλαδικό τοπίο που παρακμάζει.
Το κυρίαρχο στοιχείο του, η θάλασσα, που τόσο υμνήθηκε από τους ποιητές όλων των εποχών γίνεται εδώ σύμβολο θανάτου. Εκτός από τη γλώσσα, έχουν χάσει και οι πέτρες το νόημά τους, οι πέτρες που – μνημονεύοντας ξανά τον Σεφέρη- αποτελούν τον συνδετικό κρίκο του τόπου με την ιστορία του. Παραλληλίζονται με τα πρόχειρα κατασκευάσματα, με παιδικά κάστρα που πρόκειται να διαλυθούν από τα απρόσεκτα βήματα των περαστικών, όπως λέει η Αθηνά στον δεύτερο μονόλογό της.
Αυτή είναι η φωνή των Γυναικών της Οδύσσειας, φωνή των αγαλμάτων και των φασμάτων του παρελθόντος που μας μιλά «με χίλια στόματα» μέσα από ένα διαμελισμένο σώμα που παλεύει, πάνω στα ερείπιά του, να βρει τη δύναμη να σταθεί όρθιο κοιτώντας κατάματα τον χρόνο.
Πηγή: Περιοδικό Αποικία
ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ
Print Press · 28.06.2017 · Book Review by Theoni Kotini
«Αποσιωπημένες ταυτότητες»

Οι αποσιωπημένες γυναίκειες ταυτότητες έχουν να αναγγείλουν την κατάρρευση της ηρωικής εποποιίας σε ένα ψίθυρο φωνών που αναγιγνώσκουν στον καμβά του μύθου το τρύπιο σώμα της συνέχειας ή το αενάως αιμάσσον σώμα του προαιώνιου φόνου.
Οι κουρασμένοι μας ιδρυτικοί μύθοι αποτελούν την πρώτη ύλη της συλλογής της Νάνας Παπαδάκη. Συγκεκριμένα εδώ τον λόγο έχουν, όπως δηλώνει ο εύγλωττος υπότιτλος, οι γυναίκες της Οδύσσειας: Καλυψώ, Πηνελόπη, Κίρκη, Αρήτη, Αντίκλεια, Αθηνά, Ευρύκλεια, Ελένη, Μελανθώ, Κασσιφόνη. Οι τέσσερις ενότητες της συνθετικής αυτής συλλογής αποτελούνται από ποιητικούς μονολόγους των προσώπων που πλαισιώνονται από πέντε πεζά κείμενα σε πρώτο, δεύτερο ή τρίτο πρόσωπο. Ερμηνευτικό κλειδί αποτελεί ο «Πρόλογος» της Αθηνάς στην πρώτη ενότητα που, στη συνανάγνωσή του με τον «Επίλογο» του ίδιου προσώπου στην τέταρτη ενότητα, ορίζει το χώρο και το χρόνο που κινούνται τα πρόσωπα: είναι ο ακίνητος, αλλά και αιώνια παρών χρόνος των αγαλμάτων.
Πηγή: https://neoplanodion.gr/2017/06/28/
ΒΟΟΚPRESS
Digital Press · 12.04.2017 · Book Review by Maria Yiayiannou
«Η αλμυρή σάρκα του μύθου»

2017, Αθήνα. Ας πούμε ότι μια παράσταση -μαραθώνιος, η Οδύσσεια, έχει μόλις ολοκληρωθεί, 24 ραψωδίες αποδόθηκαν με απόλυτη επιτυχία, ο Όμηρος έτοιμος να σηκωθεί από τη γαλαρία, οι ραψωδοί-περφόρμερς αποχωρούν, ο στίχος 12.110 έχει ακουστεί. Όμως ο κόσμος δεν έχει χορτάσει νόστο. Encore, φωνάζει, αλλά αυτή τη φορά στη σκηνή επανέρχονται όχι ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος, όχι οι μνηστήρες, όχι ο Κύκλωπας, όχι οι βασιλιάδες ούτε οι θεοί. Οι άνδρες κάθιδροι ντεμακιγιάρονται στα καμαρίνια. Στη σκηνή τώρα επανέρχονται μόνο οι γυναίκες. Σε μια φασματική σεάνς, όπου σώματα-σκιές επισκέπτονται τον τολμηρό που τις καλεί για να λάβει τη μεταθανάτια σοφία τους, συμβαίνει μια μετατόπιση που λειτουργεί επανορθωτικά. Οι γυναίκες της Οδύσσειας άδουν συμπληρώνοντας την ανδρική γραμμή της ιστορίας.
Ο ήχος δίνει το διττό σήμα του: Encore, που σημαίνει «κι άλλο», αλλά επίσης σημαίνει en corps «στο σώμα». Από σώματος θα μιλήσουν οι γυναίκες της Οδύσσειας, στη μεταμοντέρνα συνθήκη που καλεί πάντα τα δευτερεύοντα πρόσωπα να επανεμφανιστούν. Σε μια φασματική σεάνς, όπου σώματα-σκιές επισκέπτονται τον τολμηρό που τις καλεί για να λάβει τη μεταθανάτια σοφία τους, συμβαίνει μια μετατόπιση που λειτουργεί επανορθωτικά. Οι γυναίκες της Οδύσσειας άδουν συμπληρώνοντας την ανδρική γραμμή της ιστορίας. Δηλαδή του μύθου. Δηλαδή της ιστορίας. Δηλαδή του ιστορικότερου μύθου όλων των εποχών.
Δείτε λοιπόν εδώ: Το σφιχτοντυμένο σώμα μιας αναγεννησιακής γυναίκας, που ποζάρει για κάποιον μετρ, μας αναστατώνει. Το κεφάλι είναι μια εκπληκτική χρωματική μάζα, που σβήνει την αναμενόμενη ανθρώπινη έκφραση και αντιπροτείνει μια έκρηξη ελεγχόμενη, εξπρεσιονιστική κι όμως απρόσωπη. Με ένα εξώφυλλο έντονα μετασυμβολικό της Romina Ressia εμφανίζεται ήδη πειραγμένο το κλασικό σώμα: το corpus της γυναίκας και το corpus του κειμένου. Η Νάνα Παπαδάκη δεν μας κλείνει το μάτι, μας κλείνει εξαρχής ολόκληρο το πρόσωπο, καταργώντας τον αρχικό, προσδιορισμένο, εαυτό – ξεκινώντας μια αναζήτηση του εαυτού που μπορεί να κρύβεται πίσω από/ ή να είναι αυτή η χρωματική μάζα.
Η ποιήτρια προσφέρει πύλες εισροής και εκροής στις γυναίκες της. Τους δίνει σώμα, σαρκώνοντας τον μύθο. Τους δίνει χέρια, μάτια, στόμα, δόντια, στέρνο, καρπούς, πετσί – τα ονομάζει όλα αυτά τα μέλη κι έτσι φωτίζει τόπους-τόπους τις γυναίκες της σκιάς. Γράφει σ’ ένα σημείο για μια σύναξη αγαλμάτων: «Όσα κομμάτια παρέμειναν ατόφια συγκρατούν με κόπο αυτό που κάποτε υπήρξαν» – μας προκαλεί να αξιοποιήσουμε τον συντελεσμένο διαμελισμό δύο τόπων: του σώματος της Ελλάδας και του σώματος της γυναίκας. Κι αν είναι κομματιασμένα τα σώματα, συγκροτούν ωστόσο έναν τόπο προέλευσης, εκτιμήστε τον κόπο τους – σαν να μας λέει.
Γυναίκες της όρασης και της καταγωγής
Μετά τη συλλογή Ποιήματα + 1 και Τα δώρα της αγρύπνιας, στην τρίτη ποιητική της συλλογή Encore, Οι γυναίκες της Οδύσσειας το έσω μάτι της ποιήτριας παραμένει άγρυπνο. Στη νέα συλλογή ποιημάτων, ένα στην ουσία πολυπρισματικό ποίημα (που κυκλοφορεί από τις πάντα φροντισμένες εκδόσεις Μελάνι), η Νάνα Παπαδάκη τοποθετεί 15 γυναίκες μπροστά από το τελάρο της και παρατηρεί τις ενορατικές παρατηρήσεις τους. Σκηνοθετεί τη μερική επαναφορά του ομηρικού έπους αρθρώνοντάς την σε τέσσερα μέρη-άσματα. Κάθε τέτοιο άσμα είναι πολυφωνικό, κι ωστόσο το κινεί μία και μόνο φωνή – η φωνή της ποιήτριας. 23 μοναχικά πορτραίτα τραγουδούν: κάποια από αυτά εμφανίζονται σε δύο και τρεις και τέσσερις εκδοχές που έρχονται ως μεταλόγοι να φωτίσουν και τις άλλες πλευρές του προσώπου: 2 πορτραίτα της Κίρκης / 2 της Ινώς / 2 της Ναυσικάς / 3 της Καλυψώς / 3 της Αθηνάς / 4 της Πηνελόπης / 1 της Σειρήνας / 1 της Σκύλλας και της Χάρυβδης / 1 της Ευρύκλειας / 1 της Ελένης. Κι έπειτα εκείνες οι μορφές οι βυθισμένες στη σκιά: η Μελανθώ (μια ξεχασμένη θεραπαινίδα, ερωμένη ενός από τους μνηστήρες), η Κασσιφόνη (νόθα κόρη του Οδυσσέα και της Κίρκης), η Αντίκλεια (η μάνα του Οδυσσέα), η Αρήτη (η βασίλισσα των Φαιάκων).
Εικοσιτρία ποιήματα τραγουδούν τον πόνο της καταγωγής, την εμπειρία της περιπλάνησης. Εκείνων που μένουν σταθερές. Κι αν έχει πηγαινέλα το ταξίδι πάνω στον αργαλειό – κι αν είναι μια άφθαστη Ιθάκη αυτό το αλερετούρ με το στημόνι και το υφάδι! Η Παπαδάκη νιώθει. Και τραγουδά μια οδύσσεια επιστροφής στον τόπο όπου κανείς δεν μπορεί να επιστρέψει, αφού ποτέ δεν έφυγε από εκεί: στα ρευστά και πολυκύμαντα ύδατα του εαυτού. Όμως, συγγνώμη, όχι «οδύσσεια», αλλά παράλληλη αυτής «πηνελοπιάδα» ή «καλυψιάδα» ή «κιρκιάδα». Δεν πρόκειται ωστόσο για κάποια έμπυρη φεμινιστική εκδοχή του έπους. Τα λόγια των γυναικών της Παπαδάκη είναι λόγια σκέτων ανθρώπων, ακόμα κι όταν είναι θεές από-θεώνονται, από-μυθοποιούνται. Οι γυναίκες που μιλούν είναι κυρίως πλάσματα της όρασης, μιας στωικής όρασης, και πλάσματα της καταγωγής. Ποια σπουδαίας καταγωγής; Μα, είναι από μάνα φτιαγμένες. Και αυτή είναι όλη κι όλη τους η σπουδαία καταγωγή. Δεν πραγματοποιούν υπεράνθρωπα άλματα. Τις βρίσκεις εκεί όπου τις άφησε ο Όμηρος, εκεί όπου τις βρήκε ο Οδυσσέας. Να κοιτούν μια θάλασσα, να κάθονται στην πέτρα, στο περιβάλλον όπου γεννήθηκαν / στον τόπο του νου παραμένουν – κι από εκεί τραγουδούν τον στοχασμό τους και στο-χαμό-τους.
Κλασικιστικός μεταμοντερνισμός
Ο τόπος όπου βρίσκει ο αναγνώστης τις γυναίκες του Encore της Οδύσσειας έχει ενδιαφέρον να χαρτογραφηθεί. Αγαπημένη πρακτική της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας είναι η διακειμενικότητα και η επιστροφή σε κλασικά κείμενα, με σκοπό μια λοξή επαναδιαπραγμάτευση, την ετεροχρονισμένη διάσωση κάποιων στοιχείων που ξεκουράζονταν στα περιθώρια και τη μεταφορά τους στο εδώ και τώρα. Η Νάνα Παπαδάκη δεν ξεφορτώνει τις γυναίκες της στο σήμερα, πηγαίνει η ίδια να τις βρει – ως θαυμάσια ηθοποιός συναισθάνεται – δεν επιλέγει να μετατρέψει τις (δικές της πλέον) ηρωίδες σε φερέφωνα του ποιητικού εγώ (πράγμα που θα ήταν απολύτως ευπρόσδεκτο). Ωστόσο, έχει ενδιαφέρον ο εκλεπτυσμένος, κλασικιστικός θα λέγαμε μεταμοντερνισμός της – δεν βάζει τις γυναίκες να συναισθανθούν την ίδια, αλλά σπεύδει εκείνη να τις συναισθανθεί, κάνει η ίδια τον δρόμο. Μέχρι το παγκάκι που κάθεται ως Αθηνά με την περικεφαλαία στα γόνατά της. Μέχρι τον Δούρειο Ίππο που αγγίζει με το δεξί της χέρι ως Ελένη. Μέχρι τη σφιχτή θηλιά όπου κρεμιέται η μνηστή του μνηστήρα, η Μελανθώ. Ο τόπος δεν δηλώνεται μέσω μεταφορών. (Εντάξει, το μάτι του αναγνώστη, διαβάζει πάντα μια αλληγορία. Ωστόσο) ο Δούρειος Ίππος είναι Δούρειος Ίππος, το κρασί κρασί, ο θάνατος θάνατος. Είμαστε λοιπόν στην οδύσσεια τροχιά. Μόνο που τώρα οι στάσεις είναι άλλες. Στο νησί των Φαιάκων μεν, αλλά με τη Ναυσικά όχι ν’ ακούει, αλλά να μιλά. Στις ερωτοτρόπους σφαίρες του Οδυσσέα, αλλά με το μάτι της Καλυψώς, με το στόμα της Κίρκης, με το αίμα της αφανούς κόρης του Οδυσσέα Κασσιφόνης.
Οι ομηρικοί ήρωες είναι ίσως οι διαχρονικότεροι ρόλοι, τα πιο πολυτραγουδισμένα μυθοπλαστικά και ιστορικά πρόσωπα όλων των εποχών. Μεταξύ των γυναικών, η Ελένη και κυρίως η Πηνελόπη είναι μακράν εκείνες που οι μεταγενέστεροι ποιητές έχουν θελήσει να ξανακοιτάξουν, να συμπονέσουν, να εμψυχώσουν με νέους τρόπους. Ο Γιάννης Ρίτσος το έκανε με το ποίημα του «Η Απόγνωση της Πηνελόπης». Η Μάργκαρετ Άτγουντ με την Πηνελοπιάδα της. Ο Τζέιμς Τζόις με την καμουφλαρισμένη ως Μόλι Πηνελόπη του. Στην ομηρική Οδύσσεια, αν και στις γυναίκες κατά τον Αριστοτέλη «η λειτουργία της σκέψης είναι παρούσα αλλά αδρανής», οι γυναίκες δυναμικά προωθούν τη δράση – είναι οι κινητήριες δυνάμεις, οι μοχλοί που σταματούν ή προκαλούν τη δράση του κεντρικού ήρωα, ισχυρές και ωραίες. Όμως ο σημερινός πολίτης του μετεπαναστατικού κόσμου, η σημερινή συγγραφέας, δεν αρκείται στην αναπαράσταση της γυναίκας ως κινητηρίου δύναμης. Οι γυναίκες της Νάνας Παπαδάκη δεν είναι αφορμές, είναι αιτίες. Είναι καθαρός στοχασμός, με μια εικονοπλασία που φτιάχνει ένα περιβάλλον για τη διερώτηση, που σχηματοποιεί τον πόνο, που συμβολοποιεί την ανθρώπινη μοίρα και την επίγνωσή της.
Η δραματική φλέβα της ποιήτριας δίνει σφυγμούς καλά μετρημένους. Ο λόγος της έχει φόρα, αλλά η στοχαστική εμπειρία και η τριβή της με τα κείμενα προικίζουν τη φόρα με παύσεις και χαρακτήρα. Ο πόνος γίνεται διαυγής σαν νερό και στακάτος σαν πέτρα. Στο πνεύμα της Παπαδάκη η γνώση της αρχαίας ελληνικής δραματουργίας συνδυάζεται με την ενσωματωμένη παιδαγωγική λειτουργία του θεάτρου, με αποτέλεσμα μια γραφή που αποκρυσταλλώνεται εναλλάξ σε καθαρά πεζόμορφες αφηγήσεις και σε ποιητικές συνόψεις της εμπειρίας. Μιας εμπειρίας εν πολλοίς πολεμικής που έρχεται ως αναβίωση μνήμης (μνήμης ενός μύθου τόσο δικού μας που γίνεται η ιστορία μας) έρχεται ο πόλεμος να γίνει στίχος.
Νέκυια από Αίμα και Θάλασσα
Αίμα και θάλασσα: τα μοτίβα που εντοπίζω στην ποίηση του Encore, σαν τα μόνα διαθέσιμα, τα πιο λιτά μέσα για την ύπαρξη. Σ’ αυτά μέσα τα υγρά, στο αλμυρό κόκκινο της καρδιάς και των δακρύων, χτίζει η Παπαδάκη τους ποιητικούς μονολόγους της. Οι σκιές-ηρωΐδες της αφηγούνται σε όλους τους χρόνους: άλλοτε στον παρατατικό («προσπαθούσε ο καθένας να ζήσει» και στον αόριστο «έσυρα το κουφάρι του») σε τόνο αποκτημένης σοφίας και με τη διάθεση να μεταφερθεί η πληροφορία -λες κι ήταν χθες που «οι θάλασσες γέμιζαν με σώματα πνιγμένων»- μα, να… που… κι όμως… ήταν όντως χθες. Κι άλλοτε σε χρόνο ενεστώτα («εγώ το στόμα τραγουδώ») που μας βάζει στο πετσί του ρόλου και σε χρόνο μέλλοντα («Και θα πηγαίνουμε μόνοι ως τις σκιές») που με μια σκοτεινή στωικότητα προβλέπει κάτι πέρα από τη θάλασσα – μια Νέκυια αναπόφευκτη μα και κάπως ωραία.
Η θάλασσα. Ναι, είναι ένα βιβλίο της θάλασσας. Κι όταν έχουμε πέτρα, πάλι θάλασσα είναι αλλά τυφλή. Η λέξη θάλασσα συναντιέται συχνά, πολύ συχνά. Η πρώτη κεφαλίδα που μας εισάγει στο πρώτο μέρος: «ούτε επιστρέφει ούτε φεύγει ποτέ αυτή η θάλασσα / τις μαύρες κόρες μας ορίζει» – η θάλασσα ορίζει τις κόρες μας, δηλαδή τις κόρες των ματιών μας, τα όσα βλέπουμε, αλλά και τις κόρες μας, τα τέκνα μας, τις γυναίκες που η θάλασσα είναι η ταυτότητά τους. Κι έπειτα η δεύτερη κεφαλίδα: «θάλασσα ή κάτι που να εξηγεί το αίμα» – η θάλασσα αντί εξήγησης, αλλά και η μόνη εξήγηση της προέλευσης. Αν υφέρπει μια ερώτηση κάτω από τους στίχους: Ποιες όλες εμείς και από πού κι ως πού και γιατί; τότε η απάντηση είναι «διότι θάλασσα».
Η τρίτη και η τέταρτη κεφαλίδα μάς εισάγουν στην Απουσία. Η τρίτη κεφαλίδα «είμαι το χώμα που λείπει» – μια παρουσία εντός του κενού, γιατί όταν λες «είμαι αυτό που λείπει» ορίζεσαι διά της απουσίας σου. Και η τέταρτη κεφαλίδα, που ηχεί σαν χρησμός «η πέτρα παλεύει να διασώσει μια αντανάκλαση / κοφτερό σαν μάνα το διψασμένο άλογο» – από πού να πρωτοπιάσει κανείς αυτούς τους δυο στίχους. Η πέτρα ψάχνει να γίνει νερό, για να καθρεφτίσει. Και το άλογο διψά. Το νερό σαν απώτατος στόχος, που κι αυτό απουσιάζει – η πέτρα δεν είναι νερό και το άλογο λιώνει στη δίψα. Κι εκεί ανάμεσα μια κοφτερή μάνα.
Το Encore της Νάνας Παπαδάκη είναι έργο οιωνοσκόπος: οσφραίνεται τα στοιχεία της φύσης και τα ερμηνεύει. Είναι έργο της οικογενειακής δυναστείας των ανθρώπων: γιοι, κόρες, μάνες, πατέρες, αδέλφια απευθύνουν ο ένας στον άλλο αγάπη και πόνο. Είναι έργο λευκών σκιών: το λευκό ξεγλιστράει και πετάγεται, «η λευκή σφαγή», «το λευκό στημόνι», «ο λευκός χρόνος», «τα λευκά δόντια», «το λευκό άνθος». Το Encore της Νάνας Παπαδάκη είναι μια λευκή Νέκυια, τραγουδισμένη από ένα πολυφωνικό σώμα, ένα ευφρόσυνο (ναι ευφρόσυνο) μοιρολόι, μια ενόραση της μοίρας που μας καθόρισε και μας τραβολογάει, μια αντανάκλαση του δικού μας στόματος, που δεν σιωπά αν δεν τραγουδήσει το παρελθόν του.
Πηγή: https://www.bookpress.gr/kritikes/poiisi/papadaki-nana-melani-encore
Vakxikon
Print Press · v. 37 · Book Review by Julia Gkanasou

Η τρίτη ποιητική συλλογή της Νάνας Παπαδάκη σφύζει από πρωτοτυπία, στοχασμό και συναίσθημα. Στις «γυναίκες της Οδύσσειας» συνυπάρχουν, άλλοτε αρμονικά, άλλοτε συγκρουσιακά, ο λυγμός και το χαμόγελο, ο ψίθυρος και το ουρλιαχτό, η αγωνία και η συμφιλίωση. Με γλώσσα μεστή και δημιουργική και εικόνες στιβαρές, με απρόοπτα που εκπλήσσουν και παρασύρουν, η ποίηση της Παπαδάκη δεν επιτρέπει εφησυχασμό.
Στις γυναίκες της Οδύσσειας, ο αναγνώστης θα συναντήσει την Καλυψώ που φωνάζει: «Πέφτουμε, Οδυσσέα, μέσα στον ήλιο / Τούτα τα χέρια δεν είναι παρά χέρια που αγάπησαν / Την αλήθεια του ματιού.»
Θα αφουγκραστεί την Αθηνά που μιλάει για αγάλματα: «Χωρίς αυτά τίποτα δεν θα οριοθετούσε το πέρασμα του χρόνου κι οι κάτοικοι θα βούλιαζαν σε αιώνιο παρόν που, αργά ή γρήγορα, θα τους οδηγούσε σε μια αυτοσχέδια ακινησία.»
Θα παρακολουθήσει την Κίρκη να υλοποιεί μια ικεσία, τη Μελανθώ να γλείφει τρίαινες για να αποτινάξει ένα μέρος από τις τύψεις (ως άχρηστο συναίσθημα), θα ακούει μονίμως τραγούδια από τις Σειρήνες.
Στη συνέχεια, ο αναγνώστης θα κοιτάξει προσεκτικά τη Ναυσικά: «Πυκνή η σάρκα. / Κυλάει σαν τόπι σε έρημο χωράφι που αμέτρητα γέλια παιδιών / αυλακώνουν. / Κι εμείς, σβήνουμε στο σκοτεινό νερό. απ’ τα βαθιά μας κόκαλα / Ξαναφτιάχνουμε τη μέρα / Πιο τυφλή».
Θα γνωρίσει την Ευρύκλεια που ζητά δικαιοσύνη. Θα νιώσει στην απόληξη της γλώσσας την προσμονή της Πηνελόπης, στυφή, συχνά πικρή.
Θα εκπλαγεί με την Ελένη: «Υπάρχει βαθιά μες στη σάρκα κάτι που γνωρίζει / πριν ακόμη μιλήσει τα πράγματα. / Που το λιμαίνονται οι άνεμοι / με ράμφος σκοτεινό να το καρφώσουν / Να ενταφιάσουν εκεί ξανά και ξανά το μεγάλο αίμα.»
Θα συμπονέσει την Κασσιφόνη: «Όσο για τον αδελφό μου / Όχι, δεν τον σκότωσα εγώ. / Άλλος αφανισμός / πιο βαθύς αυτός, με είχε απορροφήσει / Του εαυτού μου.»
Θα μελετήσει το σώμα να σφαδάζει από πόνο στην Ινώ, τον θάνατο να έρχεται ως: «κλάμα παιδιού που εκσφενδονίζουν στους αιώνες» στην Αντίκλεια, θα ονειρευτεί με την Αρήτη που μιλάει για τις όχθες, για τους ά λ λ ο υ ς, για το ταξίδι που όσο κι αν θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχει τελειώσει ή ολοκληρωθεί, ξεκινάει εκ νέου από την αρχή.
Στη γραφή της Παπαδάκη παντού υπάρχει η θάλασσα ως αναφορά στο άπειρο, το αίμα ως νέκταρ αναγκαίο, ο χρόνος ως αδήριτος νόμος, η ομορφιά της ζωής και το πένθος, η προσμονή αυτού που δεν έρχεται και η ματαίωση σε σχέση με ότι δεν συντελέστηκε βάσει φαντασίωσης, η ανάγκη για πίστη και ελπίδα, ο έρωτας και κυρίως, το σώμα που αναβλύζει τριγμούς, μισεμούς, ύμνους.
«Η γυναίκα ως φορέας της μοίρας και της ιστορίας, χωρίς ίχνος φεμινισμού, μετατρέπεται σε μοχλό εξέλιξης του Ανθρώπου, σε κινητήριο δύναμη. Ως εκ τούτου, οι «άγνω στες» γυναίκες της Οδύσσειας πλάι στις γνωστές και αγαπημένες διαμορφώνουν ένα σύμπαν όπου ο αναγνώστης, μαγεμένος, παρασύρεται σε μια περιπλάνηση η οποία έχει όραμα πάντα την αρχή. Από και προς την αρχή, όπως και να έχει…»
Πηγή: https://www.vakxikon.gr/encore
ΑSOPICHOS
Digital Press · 20.03.2017 · Book Review by Kostas Trachanas
Encore για την Ημέρα Ποίησης, Οδοιπορικό στον χρόνο και τους τόπους, με οδηγό προσέγγισης τα μυθικά γυναικεία πρότυπα.

Για να μιλήσεις για την αξία της ποιητικής τέχνης κάποιου-ας απαιτείται επαναληπτική ανάγνωση, η διερεύνηση του εσώτερου προσώπου τους, το ξεσκάλισμα των μη ορατών δια γυμνού οφθαλμού περιοχών του λόγου, προς άγραν και ανάδειξιν των κρυφών πλευρών, του πιθανού μυστικού ή των μυστικών που ο συγγραφέας από ένστικτο ή σκοπιμότητα έχει σε εμφανή ή απόμερα σημεία ενθυλακώσει. Πολλώ μάλλον όταν πρόκειται για μια ποιήτρια ιδιάζουσας υφής και με έντεχνο και εντελώς διακριτικό προσωπικό στυλ σαν τη Νάνα Παπαδάκη.
Η Νάνα Παπαδάκη είναι οπαδός της μικρής φόρμας. Τα ποιήματά της αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές του αναγνώστη και κινητοποιεί μια παράλληλη συναισθηματική αντίδραση. Η Νάνα Παπαδάκη είναι μια ανήσυχος δύτης που ανιχνεύει στα απύθμενα του βιωματικού βυθού, πασχίζοντας στοχαστικά πάνω στην αντιστοίχηση του εσωτερικού χωροχρόνου, που είναι το βιογραφικό διάνυσμα μιας ατομικής ζωής, σχηματικό και ουσιαστικό, με τον εξωτερικό χωροχρόνο που είναι το εντόπιο και σε απόλυτη διεύρυνση το καθολικό σύμπαν με όλες του τις παραμέτρους.
Συντετριμμένη και αμήχανη απ’ το βάραθρο μέσα στο οποίο ραγδαία κατακρημνιζόμαστε όλοι την εποχή της ασυνεννοησίας που διανύουμε, δεν έχει σαφή πρόταση. Εκτός ίσως από την αγάπη, που προκύπτει όμως ως προτεινόμενη εκδοχή πλεύσης μέσα στην κοινωνική τρικυμία.
Με το «Encore» η Νάνα Παπαδάκη ανοίχτηκε σε ποιήματα εκτενή, με αφηγηματική υπόσταση, ιστορίες ολόκληρες που τις ενεργοποιεί το παρόν και τις τροφοδοτεί το παρελθόν: «Ναυσικά», «Ευρύκλεια», «Μελανθώ», «Καλυψώ», «Πηνελόπη», «Αθηνά», «Ινώ», «Ελένη» κ.α.
Πρόκειται για ένα οδοιπορικό στον χρόνο και τους τόπους, με οδηγό προσέγγισης τα μυθικά γυναικεία αρχέτυπα.
Να με τι καταπιάνεται η ποιήτρια: το φως και το σκοτάδι, οι πεθαμένοι ίσκιοι, ο θάνατος, η απώλεια, ο χωρισμός, η στέρηση, η πτώση, η ατίμωση, το αίμα, οι ξένες θάλασσες, η σιωπή, ο πόνος, η μνήμη, οι ερωτήσεις, οι απαντήσεις, οι λέξεις, οι πράξεις, η χώρα των Κιμμερίων, το ριζωμένο κρεβάτι, τα σώματα πνιγμένων, η δικαιοσύνη, οι μνηστήρες, τα θέλγητρα και τα βοτάνια, αγάλματα σπασμένα, Αριστερισμοί για ενδύματα, αλάτι μετράει το φως, ποτάμι σφραγίζει τα οστά και την ευχή σου, ο Κανένας, ο τυφλός ο άνθρωπος και η δίψα του, πέτρινες ρίζες, διψασμένο άλογο, το γαλάζιο κρανίο, ο κυματώδης πόντος, η ουσία του κόσμου, ο κόσμος δίχως όρια, η θάλασσα και ο βράχος, κρασί στο χώμα, το εσωτερικό της βάρκας, η αληθινή φωνή, νεκροί στοιβαγμένοι στη μνήμη, θάνατος κι αλμύρα, τα κόκκαλα, Νέκυια για τέσσερα χρόνια, το λυκαυγές, χέρια κομμένα στους καρπούς, η σκοτεινή αφή, φως τινάζεται από τον θάνατο στον ύπνο, πυκνή η σάρκα, οι κρεμασμένες δούλες, οι ικέτες, η δύση του ίσκιου, encore = ακόμη κ.α.
Μια πινακοθήκη ανθρώπινων τύπων και αρχετυπικών χαρακτήρων που συνυπάρχουν στην κοινωνία και επαναλαμβάνονται εις το διηνεκές ανακαλύπτουμε στις ποιητικές μυθιστορίες της Νάνα Παπαδάκη. Από τον Ομηρικό κόσμο της Οδύσσειας έχει δανειστεί μόνον τα ονόματα των ηρώων με τις προσδιοριστικές ή χαρακτηριστικές τους ιδιότητες και κάποιους στίχους που τις επιβεβαιώνουν.
«Πολλά ποιήματα της ποιήτριας είναι καθαρόαιμοι γυναικείοι θρήνοι. Θρήνοι για χαμένα πρόσωπα και για αλλεπάλληλα φονικά. Θρήνοι και έλεγχοι, εκφρασμένοι σε όλη την γκάμα του βεληνεκούς της πενθηφορίας με έμφαση στον βουβό αποσταγμένο πόνο, που σκάβει τον πάτο της ψυχής μέχρι να την τρυπήσει. Θρήνοι λατρευτικοί που απηχούν τη βαθύχρονη κοινωνική εμπειρία της ρωμαίικης ψυχής. Μια ποιήτρια που πατάει γερά στα πόδια της, γεμάτη αρχαιογνωσία και επιστήμη, τρυφερή, χοϊκή και γόνιμη.
Πηγή: http://asopichos.gr/encore
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ LITERATURE
Digital Press · Fresh Greek Authors Interviews · By Elena Polygeni
Η Νάνα Παπαδάκη και η Έλενα Πολυγένη αλληλοπαρουσιάζονται και συνομιλούν
Υπάρχει μια φυγόκεντρη, επαναλαμβανόμενη τάση για σιωπή και στροφή στον εσώτερο εαυτό, ο οποίος φαίνεται να βάλλεται από τις λέξεις. Με λόγια της ίδιας της ποιήτριας, «δεν έχει άλλη επιλογή ο κόσμος παρά να στέκεται βουβός για να σε πείσει ότι υπάρχει». Η κατασκευή και η διάλυση των γλωσσικών οικοδομημάτων , συντελούνται σχεδόν ταυτόχρονα χρονικά, η μία εισχωρεί και οδηγεί στην άλλη –ασχέτως αν προηγείται ή έπεται. Κι εδώ κατά τη γνώμη μου βρίσκεται το δεύτερο βασικό μοτίβο της ποίησης της Νάνας, που είναι η αέναη περιπλάνηση και κίνηση των ηρώων της σ’ ένα χωροχρονικό πλαίσιο το οποίο παραμένει στατικό. Από τη μια υπάρχει ο χρόνος που μεταλλάσσει, ο χρόνος που μεταμορφώνει, που ρευστοποιεί οτιδήποτε βρίσκεται εντός του κι από την άλλη, υπάρχει ο χρόνος ως μια αιώνια οντότητα που είναι διαρκώς κατά κάποιο τρόπο παρούσα. Η πρώτη συλλογή της Νάνας «Ποιήματα + 1», κλείνει με τους στίχους: «Η ζωή περνάει, λέει καλωσήρθες, λέει αντίο» και είναι σαν η ζωή να μας τα λέει και τα δύο την ίδια στιγμή. Ο χρόνος μεταβάλλει, δεν μεταβάλλεται, τα πρόσωπα κινούνται στο πλαίσιό του κάνοντας κύκλους σε κάτι βαθιά ριζωμένο, κι αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η κίνηση αυτή συντελείται διαρκώς, χωρίς να έχει την έννοια της δράσης σε μια γραμμικότητα. Κι εδώ ακριβώς περνάμε σε ένα τρίτο χαρακτηριστικό της Νάνας, που έχει να κάνει κυρίως με τη μορφική δομή των ποιημάτων της: είναι ο ιδιαίτερος τρόπος που έχει να τοποθετεί τα πρόσωπα και τα αντικείμενα σε ένα φανταστικό αλλά λεπτομερές σκηνικό, με μια πολύ ακριβή και σαφή σκηνοθεσία. Υπάρχει ένας φακός που εστιάζει σε διάφορα σημεία του χώρου, απομονώνει στιγμιότυπα, φωτίζει λεπτομέρειες, ενώ υπάρχει και μια εμφανής κατανομή ρόλων σε πρόσωπα και πράγματα. Όλα αυτά όμως συμβαίνουν σχεδόν μαγικά, γιατί η Νάνα έχει την πολύ σπουδαία ικανότητα να μην αφήνει τη μέθοδο και την τεχνική που χρησιμοποιεί να κάθονται βαριές πάνω στην τελική φόρμα. Αντίθετα ενορχηστρώνει τα διαφορετικά υλικά σε μια αρμονικότατη σύνθεση, μέσα στην οποία καθένα απ’ αυτά, και το πιο μικρό ακόμα, επιτελεί μια πολύ ξεχωριστή λειτουργία. Και νομίζω ότι η παραπάνω διαπίστωση γίνεται άκρως αισθητή στο ποίημα που έχει δώσει τον τίτλο στο βιβλίο και που για μένα αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και πιο ολοκληρωμένα ποιήματα που έχω διαβάσει.
Πηγή: https://www.literature.gr/
Περιοδικό Μετρονόμος
Print Press · v. 51 · By George Voudiklaris
Τα «Δώρα της Αγρύπνιας» είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Νάνας Παπαδάκη, που προχωρά με γοργά βήματα σε μονοπάτια όλο και πιο αφαιρετικά, τολμηρά και προσωπικά, στη διατύπωση μιας – εξ αποκαλύψεως – εσωτερικής αλήθειας που αιφνιδιάζει με την ευθύτητα και την άγρια ομορφιά της.